Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aware
01
ενήμερος, πληροφορημένος
having an understanding or perception of something, often through careful thought or sensitivity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most aware
συγκριτικός βαθμός
more aware
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She became aware of her surroundings as she walked through the unfamiliar neighborhood.
Έγινε ενήμερη του περιβάλλοντός της καθώς περπατούσε στη γειτονιά που δεν ήταν οικεία.
02
συνειδητοποιημένος, προσεκτικός
bearing in mind; attentive to
Λεξικό Δέντρο
awareness
unaware
aware



























