Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aware
01
ενήμερος, πληροφορημένος
having an understanding or perception of something, often through careful thought or sensitivity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most aware
συγκριτικός βαθμός
more aware
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cognition, perception, consciousness
Παραδείγματα
She became aware of the time when she heard the clock chiming.
Έγινε aware της ώρας όταν άκουσε το ρολόι να χτυπά.
02
συνειδητοποιημένος, προσεκτικός
bearing in mind; attentive to
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
awareness
unaware
aware



























