Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to palpitate
01
παλμοί, χτυπάει ακανόνιστα και γρήγορα
(of heart) to pound irregularly and rapidly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
palpitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
palpitates
ενεστώτα μετοχή
palpitating
απλός αόριστος
palpitated
παθητική μετοχή
palpitated
Παραδείγματα
The sound of the approaching footsteps made his heart palpitate in anticipation.
Ο ήχος των πλησιάζοντων βημάτων έκανε την καρδιά του να παλαμάρει σε προσμονή.
02
παλμοί, τρεμούλιασμα
shake with fast, tremulous movements
03
παρυφάζω, προκαλώ ταχύ σφυγμό
cause to throb or beat rapidly
Λεξικό Δέντρο
palpitating
palpitation
palpitate



























