to palpitate
pal
ˈpæl
pāl
pi
pi
tate
teɪt
teit

Ορισμός και σημασία του "palpitate"στα αγγλικά

to palpitate
01

παλμοί, χτυπάει ακανόνιστα και γρήγορα

(of heart) to pound irregularly and rapidly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
palpitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
palpitates
ενεστώτα μετοχή
palpitating
απλός αόριστος
palpitated
παθητική μετοχή
palpitated
Παραδείγματα
The sound of the approaching footsteps made his heart palpitate in anticipation. 

Ο ήχος των πλησιάζοντων βημάτων έκανε την καρδιά του να παλαμάρει σε προσμονή.

02

παλμοί, τρεμούλιασμα

shake with fast, tremulous movements 
03

παρυφάζω, προκαλώ ταχύ σφυγμό

cause to throb or beat rapidly 

Λεξικό Δέντρο

palpitating
palpitation
palpitate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store