Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to palpate
01
ψηλαφώ, εξετάζω με το άγγιγμα
to examine the body by feeling with hands for abnormalities or structures during a medical examination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
palpate
γ΄ ενικό πρόσωπο
palpates
ενεστώτα μετοχή
palpating
απλός αόριστος
palpated
παθητική μετοχή
palpated
Παραδείγματα
The doctor will palpate your abdomen during the upcoming check-up.
Ο γιατρός θα ψηλαφήσει την κοιλιά σας κατά την επερχόμενη εξέταση.



























