Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Palm
01
παλάμη, εσωτερικό του χεριού
the inner surface of the hand between the wrist and fingers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
palms
Παραδείγματα
He gently slapped his forehead with the palm of his hand in frustration.
Χτύπησε απαλά το μέτωπό του με την παλάμη του χεριού του από απογοήτευση.
02
φοίνικας, βραβείο
an award or token given to commemorate a victory, achievement, or special event
Παραδείγματα
The festival awarded a golden palm to the best film.
Το φεστιβάλ απένειμε μια χρυσή φοίνικα στην καλύτερη ταινία.
Παραδείγματα
The palm trees swayed gently in the ocean breeze along the tropical coastline.
Οι φοίνικες κουνιόνταν απαλά στον ωκεάνιο αέρα κατά μήκος της τροπικής ακτής.
04
παλάμη, σπιθαμή
a unit of measurement based on the length or width of the human hand
Παραδείγματα
The sculpture's height was roughly ten palms.
Το ύψος του γλυπτού ήταν περίπου δέκα παλάμες.
to palm
01
κρύβω στην παλάμη, κάνω να εξαφανιστεί
to handle, lift, or hold something in the hand, often secretly or skillfully
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
palm
γ΄ ενικό πρόσωπο
palms
ενεστώτα μετοχή
palming
απλός αόριστος
palmed
παθητική μετοχή
palmed
Παραδείγματα
He palmed the coin before performing the magic trick.
Κρύφτηκε το νόμισμα στην παλάμη του πριν εκτελέσει το μαγικό κόλπο.
Λεξικό Δέντρο
palmist
palmlike
palmy
palm



























