Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Paleolithic
01
παλαιολιθική, παλιά λίθινη εποχή
a prehistoric period characterized by the development of the first stone tools, spanning from about 2.5 million years ago to around 10,000 years ago
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paleolithics
Παραδείγματα
The Paleolithic era is known for the emergence of early human societies and their use of simple stone tools.
Η εποχή του Παλαιολιθικού είναι γνωστή για την εμφάνιση των πρώτων ανθρώπινων κοινωνιών και τη χρήση απλών πέτρινων εργαλείων.
paleolithic
01
παλαιολιθικός, σχετικός με την παλαιολιθική περίοδο
of or relating to the second period of the Stone Age (following the eolithic)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
paleolithic
paleolith



























