Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Paleocontinent
01
παλαιοήπειρος, αρχαία ήπειρος
a landmass that existed in the geological past
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
paleocontinents
LanGeek



























