paleography
pa
ˌpeɪ
πει
leog
li:oʊg
ληουγκ
ra
ˈræ
ραι
phy
fi
φι
/pˌeɪliːəʊɡɹˈafi/

Ορισμός και σημασία του "paleography"στα αγγλικά

01

παλαιογραφία, μελέτη παλιών χειρογραφιών και γραφών

the study of old handwriting and scripts to understand ancient documents and manuscripts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store