Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Paleography
01
παλαιογραφία, μελέτη παλιών χειρογραφιών και γραφών
the study of old handwriting and scripts to understand ancient documents and manuscripts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























