Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
palatable
01
γευστικός, ευχάριστος στη γεύση
(of food or drink) having a pleasant taste
Παραδείγματα
The chef focused on creating palatable meals that satisfied both health-conscious diners and food enthusiasts.
Ο σεφ επικεντρώθηκε στη δημιουργία γευστικών γευμάτων που ικανοποιούσαν τόσο τους επισκέπτες που ενδιαφέρονται για την υγεία όσο και τους λάτρεις της γαστρονομίας.
02
ευχάριστος, αποδεκτός
(of ideas and suggestions) pleasing and acceptable
Παραδείγματα
The compromise was designed to be palatable to both parties involved in the negotiation.
Ο συμβιβασμός σχεδιάστηκε να είναι αποδεκτός και για τις δύο πλευρές που εμπλέκονται στη διαπραγμάτευση.
Λεξικό Δέντρο
palatability
palatableness
palatably
palatable
palate



























