painstaking
Pronunciation
/ˈpeɪnˌsteɪkɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "painstaking"στα αγγλικά

painstaking
01

επιμελής, προσεκτικός

requiring a lot of effort and time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most painstaking
συγκριτικός βαθμός
more painstaking
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Writing the report was a painstaking process, involving thorough research and careful editing.
Η συγγραφή της έκθεσης ήταν μια επίπονη διαδικασία, που περιλάμβανε ενδελεχή έρευνα και προσεκτική επεξεργασία.

Λεξικό Δέντρο

painstakingly
painstakingness
painstaking
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store