Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
painstaking
01
επιμελής, προσεκτικός
requiring a lot of effort and time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most painstaking
συγκριτικός βαθμός
more painstaking
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Writing the report was a painstaking process, involving thorough research and careful editing.
Η συγγραφή της έκθεσης ήταν μια επίπονη διαδικασία, που περιλάμβανε ενδελεχή έρευνα και προσεκτική επεξεργασία.
Λεξικό Δέντρο
painstakingly
painstakingness
painstaking



























