Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Padding
01
επίστρωση, γεμίσματα
soft material that is added to provide comfort or protection
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His sports gear has thick padding to prevent injuries.
Ο αθλητικός του εξοπλισμός έχει παχύ επίθεμα για την πρόληψη τραυματισμών.
Λεξικό Δέντρο
padding
pad



























