Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ovulate
01
ωορρηξία
(of a female animal or human) to produce an ovum from the ovary
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ovulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ovulates
ενεστώτα μετοχή
ovulating
απλός αόριστος
ovulated
παθητική μετοχή
ovulated
Παραδείγματα
The female dog ovulates twice a year during her heat cycle.
Η θηλυκός σκύλος ωοτοκεί δύο φορές το χρόνο κατά τη διάρκεια του κύκλου ζέστης της.
Λεξικό Δέντρο
ovulation
ovulate



























