Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ovulate
01
ωορρηξία
(of a female animal or human) to produce an ovum from the ovary
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ovulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ovulates
ενεστώτα μετοχή
ovulating
απλός αόριστος
ovulated
παθητική μετοχή
ovulated
Παραδείγματα
To understand her cycle, she tracked when she ovulates.
Για να κατανοήσει τον κύκλο της, παρακολούθησε πότε ωοτοκεί.
Λεξικό Δέντρο
ovulation
ovulate



























