to ovulate
Pronunciation
/ˈɑːvjʊlˌeɪt/

Ορισμός και σημασία του "ovulate"στα αγγλικά

to ovulate
01

ωορρηξία

(of a female animal or human) to produce an ovum from the ovary
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ovulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ovulates
ενεστώτα μετοχή
ovulating
απλός αόριστος
ovulated
παθητική μετοχή
ovulated
Παραδείγματα
The female dog ovulates twice a year during her heat cycle.
Η θηλυκός σκύλος ωοτοκεί δύο φορές το χρόνο κατά τη διάρκεια του κύκλου ζέστης της.

Λεξικό Δέντρο

ovulation
ovulate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store