Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overwork
01
υπερεργάζομαι, κουράζομαι από την υπερβολική εργασία
to work too much, often to the point of exhaustion or burnout
Intransitive
Transitive: to overwork oneself
Παραδείγματα
Despite feeling tired, she tends to overwork herself to meet tight deadlines.
Παρά το ότι αισθάνεται κουρασμένη, τείνει να υπερεργάζεται για να ανταποκριθεί σε σφιχτές προθεσμίες.
02
υπερφορτώνω, κουράζω υπερβολικά
to use something too much, often to the point of wear or damage
Transitive: to overwork sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overwork
γ΄ ενικό πρόσωπο
overworks
ενεστώτα μετοχή
overworking
απλός αόριστος
overworked
παθητική μετοχή
overworked
Παραδείγματα
He tends to overwork his phone battery by keeping apps running all day.
Έχει την τάση να υπερφορτώνει την μπαταρία του τηλεφώνου του διατηρώντας τις εφαρμογές σε λειτουργία όλη την ημέρα.
Overwork
01
υπερεργασία, υπερβολική εργασία
the act of working too much or too long
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overworks
Παραδείγματα
Prolonged overwork can result in severe health problems.
Η παρατεταμένη υπερβολική εργασία μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα υγείας.
Λεξικό Δέντρο
overwork
work



























