Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overwinter
01
διαχειμάζω, περνώ τον χειμώνα
to pass, endure, or spend the winter season
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overwinter
γ΄ ενικό πρόσωπο
overwinters
ενεστώτα μετοχή
overwintering
απλός αόριστος
overwintered
παθητική μετοχή
overwintered
Λεξικό Δέντρο
overwinter
winter



























