overview
o
ˈəʊ
ew
ver
view
vju:
vyoo

Ορισμός και σημασία του "overview"στα αγγλικά

01

επισκόπηση, περίληψη

a broad, general summary that covers the main aspects or features of a subject 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
overviews
Παραδείγματα
The report provided an overview of the company's financial performance for the year. 

Η έκθεση παρείχε μια επισκόπηση της οικονομικής απόδοσης της εταιρείας για το έτος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overview
view
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store