Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overt
01
φανερός, εμφανής
open, obvious, and easily observable, without concealment or secrecy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overt
συγκριτικός βαθμός
more overt
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His overt gestures of affection, such as holding her hand and kissing her forehead in public, demonstrated his love for her.
Οι φανερές του εκδηλώσεις αγάπης, όπως το να κρατάει το χέρι της και να τη φιλάει στο μέτωπο δημόσια, έδειχναν την αγάπη του για εκείνη.
Λεξικό Δέντρο
overtly
overt



























