overt
o
ˈoʊ
ου
vert
vɜrt
βερρτ
/ə‍ʊvˈɜːt/

Ορισμός και σημασία του "overt"στα αγγλικά

01

φανερός, εμφανής

open, obvious, and easily observable, without concealment or secrecy
Παραδείγματα
The teacher 's overt praise for her students' hard work encouraged them to continue striving for excellence.
Ο φανερός έπαινος του δασκάλου για τη σκληρή δουλειά των μαθητών του τους ενθάρρυνε να συνεχίσουν να αγωνίζονται για αριστεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store