Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overt
01
φανερός, εμφανής
open, obvious, and easily observable, without concealment or secrecy
Παραδείγματα
The teacher 's overt praise for her students' hard work encouraged them to continue striving for excellence.
Ο φανερός έπαινος του δασκάλου για τη σκληρή δουλειά των μαθητών του τους ενθάρρυνε να συνεχίσουν να αγωνίζονται για αριστεία.
Λεξικό Δέντρο
overtly
overt



























