Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overspend
01
ξοδεύω περισσότερα από όσα είχα προγραμματίσει, υπερβαίνω τον προϋπολογισμό
to spend more money than originally planned
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overspend
γ΄ ενικό πρόσωπο
overspends
ενεστώτα μετοχή
overspending
απλός αόριστος
overspent
παθητική μετοχή
overspent
Παραδείγματα
We need to create a budget so we do n’t overspend during the month.
Πρέπει να δημιουργήσουμε έναν προϋπολογισμό για να μην υπερβούμε τις δαπάνες κατά τη διάρκεια του μήνα.
02
ξοδεύω περισσότερα από τα διαθέσιμα, υπερβαίνω τον προϋπολογισμό
spend more than available of (a budget)
Λεξικό Δέντρο
overspend
spend



























