oversimplify
o
ου
ver
vər
βαρ
simp
ˈsɪmp
σιμπ
li
λα
fy
ˌfaɪ
φαι
/ˌə‍ʊvəsˈɪmplɪfˌa‍ɪ/
oversimplified

Ορισμός και σημασία του "oversimplify"στα αγγλικά

to oversimplify
01

υπεραπλουστεύω, απλοποιώ υπερβολικά

to make something so simple that it loses its original meaning, intention, or key facts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
oversimplify
γ΄ ενικό πρόσωπο
oversimplifies
ενεστώτα μετοχή
oversimplifying
απλός αόριστος
oversimplified
παθητική μετοχή
oversimplified
Παραδείγματα
The analyst 's report was criticized for oversimplifying the economic challenges the country faces.
Η αναφορά του αναλυτή επικρίθηκε για την υπερβολική απλοποίηση των οικονομικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η χώρα.
02

υπεραπλουστεύω, απλοποιώ υπερβολικά

simplify to an excessive degree

Λεξικό Δέντρο

oversimplify
simplify
simple
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store