to oversleep
o
əʊ
ew
ver
sleep
slip
slip
overstep

Ορισμός και σημασία του "oversleep"στα αγγλικά

to oversleep
01

ξυπνώ αργά, κοιμάμαι πολύ

to wake up later than one intended to 
to oversleep definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
oversleep
γ΄ ενικό πρόσωπο
oversleeps
ενεστώτα μετοχή
oversleeping
απλός αόριστος
overslept
παθητική μετοχή
overslept
Παραδείγματα
Many people tend to oversleep on weekends after a busy week. 

Πολλοί άνθρωποι τείνουν να κοιμούνται παραπάνω τα σαββατοκύριακα μετά από μια απασχολημένη εβδομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store