oversleep
o
ου
ver
vər
βαρ
sleep
sli:p
σληπ
/ˌə‌ʊvəslˈiːp/

Ορισμός και σημασία του "oversleep"στα αγγλικά

to oversleep
01

ξυπνώ αργά, κοιμάμαι πολύ

to wake up later than one intended to
to oversleep definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
oversleep
γ΄ ενικό πρόσωπο
oversleeps
ενεστώτα μετοχή
oversleeping
απλός αόριστος
overslept
παθητική μετοχή
overslept
Παραδείγματα
She often oversleeps and misses her morning bus.
Συχνά κοιμάται παραπάνω και χάνει το πρωινό λεωφορείο της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store