Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to oversimplify
01
υπεραπλουστεύω, απλοποιώ υπερβολικά
to make something so simple that it loses its original meaning, intention, or key facts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
oversimplify
γ΄ ενικό πρόσωπο
oversimplifies
ενεστώτα μετοχή
oversimplifying
απλός αόριστος
oversimplified
παθητική μετοχή
oversimplified
Παραδείγματα
It's easy to oversimplify complex issues like climate change, but we must consider all the nuances.
Είναι εύκολο να υπεραπλουστεύσουμε πολύπλοκα ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή, αλλά πρέπει να λάβουμε υπόψη όλες τις αποχρώσεις.
02
υπεραπλουστεύω, απλοποιώ υπερβολικά
simplify to an excessive degree
Λεξικό Δέντρο
oversimplify
simplify
simple



























