to overrate
Pronunciation
/ˌoʊvɝˈɹeɪt/

Ορισμός και σημασία του "overrate"στα αγγλικά

to overrate
01

υπερεκτιμώ, υπερτιμώ

to give something or someone more credit than is deserved
to overrate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
overrates
ενεστώτα μετοχή
overrating
απλός αόριστος
overrated
παθητική μετοχή
overrated
Παραδείγματα
Technology companies often overrate the demand for new features.
Οι τεχνολογικές εταιρείες συχνά υπερεκτιμούν τη ζήτηση για νέα χαρακτηριστικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store