Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overrate
01
υπερεκτιμώ, υπερτιμώ
to give something or someone more credit than is deserved
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
overrates
ενεστώτα μετοχή
overrating
απλός αόριστος
overrated
παθητική μετοχή
overrated
Παραδείγματα
Technology companies often overrate the demand for new features.
Οι τεχνολογικές εταιρείες συχνά υπερεκτιμούν τη ζήτηση για νέα χαρακτηριστικά.
Λεξικό Δέντρο
overrated
overrate
rate



























