autopilot
au
ɔ:
ω
to
təʊ
ταου
pi
paɪ
παι
lot
lət
λατ
/ˌɔːtə‍ʊpˈa‍ɪlət/

Ορισμός και σημασία του "autopilot"στα αγγλικά

01

αυτόματος πιλότος, αυτοπλοήγηση

a system or device in a ship or aircraft that can keep it on a preset course
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
autopilots
02

αυτόματος πιλότος, κατάσταση αυτόματου πιλότου

a cognitive state in which you act without self-awareness
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store