Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overindulgent
01
υπερβολικά επιεικής, πολύ επιεικής
excessively allowing oneself or others to have more than is necessary
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overindulgent
συγκριτικός βαθμός
more overindulgent
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, excess, consumption
Παραδείγματα
The overindulgent feast left everyone feeling uncomfortably full and sluggish.
Το υπερβολικά επιεικές γιορτό άφησε όλους να νιώθουν άβολα γεμάτους και νωθρούς.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
overindulgent
indulgent
indulge



























