Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overindulgent
01
υπερβολικά επιεικής, πολύ επιεικής
excessively allowing oneself or others to have more than is necessary
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overindulgent
συγκριτικός βαθμός
more overindulgent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Overindulgent praise without constructive feedback may hinder personal and professional growth.
Ο υπερβολικά επιεικής έπαινος χωρίς εποικοδομητική ανατροφοδότηση μπορεί να εμποδίσει την προσωπική και επαγγελματική ανάπτυξη.
Λεξικό Δέντρο
overindulgent
indulgent
indulge



























