Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overfond
01
υπερβολικά ερωτευμένος, βαθιά παθιασμένος
deeply obsessed with someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overfond
συγκριτικός βαθμός
more overfond
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, behavior, attachment
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
overfond
fond



























