overexcited
o
əʊ
ew
ver
exc
ɪks
iks
i
ai
ted
tɪd
tid
unrequiteduninvitedbenightedblighted

Ορισμός και σημασία του "overexcited"στα αγγλικά

overexcited
01

υπερβολικά ενθουσιασμένος, πολύ ενθουσιασμένος

extremely enthusiastic about something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overexcited
συγκριτικός βαθμός
more overexcited
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, behavior, psychology
Παραδείγματα
The children became overexcited at the party. 

Τα παιδιά έγιναν υπερβολικά ενθουσιασμένα στο πάρτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overexcited
excited
excite
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store