Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overemphasize
01
υπερτονίζω, μεγαλοποιώ τη σημασία
to place too much importance or attention on something, exaggerating its significance beyond what is necessary or appropriate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overemphasize
γ΄ ενικό πρόσωπο
overemphasizes
ενεστώτα μετοχή
overemphasizing
απλός αόριστος
overemphasized
παθητική μετοχή
overemphasized
Παραδείγματα
Parents sometimes unintentionally overemphasize academic achievement at the expense of their child's overall well-being.
Οι γονείς μερικές φορές υπερτονίζουν ακούσια την ακαδημαϊκή επίδοση εις βάρος της συνολικής ευημερίας του παιδιού τους.
Λεξικό Δέντρο
overemphasize
emphasize
emphasis



























