Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overemphasize
01
υπερτονίζω, μεγαλοποιώ τη σημασία
to place too much importance or attention on something, exaggerating its significance beyond what is necessary or appropriate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overemphasize
γ΄ ενικό πρόσωπο
overemphasizes
ενεστώτα μετοχή
overemphasizing
απλός αόριστος
overemphasized
παθητική μετοχή
overemphasized
Παραδείγματα
The manager tends to overemphasize minor issues, causing unnecessary stress among the team.
Ο διαχειριστής τείνει να υπερτονίζει μικρά ζητήματα, προκαλώντας άγχος που δεν είναι απαραίτητο στην ομάδα.
Λεξικό Δέντρο
overemphasize
emphasize
emphasis



























