Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overeating
01
υπερφαγία, υπερβολική κατανάλωση τροφής
the act or habit of consuming more food than the body needs, often leading to discomfort or health issues
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Overeating at the holiday dinner left him feeling bloated.
Η υπερβολική κατανάλωση φαγητού στο γιορτινό δείπνο τον άφησε να νιώθει φουσκωμένος.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
overeating
eating
eat



























