Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overdrive
01
υπερφορτώνω, δουλεύω υπερβολικά
drive or work too hard
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overdrive
γ΄ ενικό πρόσωπο
overdrives
ενεστώτα μετοχή
overdriving
απλός αόριστος
overdrove
παθητική μετοχή
overdriven
02
καταχρώμαι, υπερβολικά χρησιμοποιώ
make use of too often or too extensively
Overdrive
01
υπερτάχυνση, overdrive
a high gear used at high speeds to maintain the driving speed with less output power
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
overdrives
02
υπερφόρτωση, υπερσυγκέντρωση
the state of high or excessive activity or productivity or concentration
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
overdrive
drive



























