overcast
o
ˈəʊ
ew
ver
cast
kɑ:st
kaast

Ορισμός και σημασία του "overcast"στα αγγλικά

01

συννεφιασμένος, νεφελώδης

(of weather or the sky) filled with a lot of dark clouds 
overcast definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overcast
συγκριτικός βαθμός
more overcast
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Today's forecast predicts an overcast sky, with little chance of sunshine. 

Η σημερινή πρόγνωση προβλέπει συννεφιασμένο ουρανό, με μικρή πιθανότητα ηλιοφάνειας.

02

ραφτόχειλος, περιθωριασμένος

having edges secured with slanted, long stitches to stop the fabric from fraying 
Παραδείγματα
The overcast edges of the linen napkins added a refined touch to the table setting. 

Οι ραφτές άκρες των λινών πετσετών προσέθεσαν μια εκλεπτυσμένη πινελιά στη διακόσμηση του τραπεζιού.

01

νεφελώδης, συννεφιασμένος

a condition where the sky is completely covered with clouds, blocking sunlight 
overcast definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The overcast made it feel like evening even though it was midday. 

Ο συννεφιασμένος ουρανός έκανε να νιώθει σαν βράδυ αν και ήταν μεσημέρι.

to overcast
01

ραφάρω, στριφώνω

to stitch over the edge of fabric with slanted, long stitches to prevent fraying 
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overcast
γ΄ ενικό πρόσωπο
overcasts
ενεστώτα μετοχή
overcasting
απλός αόριστος
overcast
παθητική μετοχή
overcast
Παραδείγματα
She overcast the edges of the cloth to ensure it wouldn’t unravel. 

Έραψε τις άκρες του υφάσματος για να βεβαιωθεί ότι δεν θα ξετυλιχτεί.

02

σκιάζω, σκοτεινιάζω

to obscure with clouds or shade, darkening the area 

cloud

Transitive
Παραδείγματα
The clouds overcast the beach, making it feel colder. 

Τα σύννεφα κάλυψαν την παραλία, κάνοντάς την να φαίνεται πιο κρύα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store