Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overbridge
01
πεζογέφυρα, υπερκείμενη γέφυρα
a structure built to allow pedestrians or vehicles to cross over a road, railway, or river
Παραδείγματα
The city council decided to repaint the overbridge to make it more visible at night.
Το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε να επαναβαφίσει την υπερκείμενη γέφυρα για να την κάνει πιο ορατή τη νύχτα.
Λεξικό Δέντρο
overbridge
bridge



























