overbridge
o
ˈəʊ
ew
ver
bridge
brɪʤ
brij
abridgebridgedegagesmidge

Ορισμός και σημασία του "overbridge"στα αγγλικά

01

πεζογέφυρα, υπερκείμενη γέφυρα

a structure built to allow pedestrians or vehicles to cross over a road, railway, or river 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
overbridges
Παραδείγματα
The overbridge near my house helps pedestrians safely cross the busy highway. 

Η πεζογέφυρα κοντά στο σπίτι μου βοηθά τους πεζούς να διασχίσουν με ασφάλεια τον πολυσύχναστο αυτοκινητόδρομο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overbridge
bridge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store