Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overbearing
01
αυταρχικός, καταπιεστικός
excessively bossy or controlling, often overpowering others with one's opinions and authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overbearing
συγκριτικός βαθμός
more overbearing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, personality, social
Παραδείγματα
Sarah's overbearing nature made it difficult for her coworkers to express their ideas and opinions freely.
Η αυταρχική φύση της Σάρα έκανε δύσκολο για τους συναδέλφους της να εκφράζουν ελεύθερα τις ιδέες και τις απόψεις τους.
02
αυταρχικός, δεσποτικός
expecting unquestioning obedience
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
overbearingly
overbearingness
overbearing
bearing
bear



























