Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overact
01
υπερβάλλω στην ερμηνεία, παίζω με υπερβολή
to act a role in an exaggerated way that is not natural
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overact
γ΄ ενικό πρόσωπο
overacts
ενεστώτα μετοχή
overacting
απλός αόριστος
overacted
παθητική μετοχή
overacted
Παραδείγματα
He tends to overact by emphasizing every line with dramatic gestures.
Τείνει να υπερενσαρκώνει τονίζοντας κάθε στιχούργημα με δραματικές χειρονομίες.
Λεξικό Δέντρο
overact
act



























