Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to accomplish
01
κατορθώνω, ολοκληρώνω
to achieve something after dealing with the difficulties
Transitive: to accomplish a goal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
accomplish
γ΄ ενικό πρόσωπο
accomplishes
ενεστώτα μετοχή
accomplishing
απλός αόριστος
accomplished
παθητική μετοχή
accomplished
Παραδείγματα
After years of dedicated practice, she accomplished fluency in three foreign languages.
Μετά από χρόνια αφοσιωμένης πρακτικής, επιτεύχθηκε η ευφράδεια σε τρεις ξένες γλώσσες.
02
ολοκληρώνω, επιτυγχάνω
to complete a task or project successfully
Transitive: to accomplish a task or project
Παραδείγματα
The team worked collaboratively to accomplish the deployment of a new website with enhanced features and functionality.
Η ομάδα συνεργάστηκε για να ολοκληρώσει την ανάπτυξη μιας νέας ιστοσελίδας με βελτιωμένα χαρακτηριστικά και λειτουργίες.
Λεξικό Δέντρο
accomplishable
accomplished
accomplishment
accomplish



























