Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outstrip
01
ξεπεράσει, υπερβαίνω
to posses or reach a higher level of skill, success, value, or quantity than another person or thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outstrip
γ΄ ενικό πρόσωπο
outstrips
ενεστώτα μετοχή
outstripping
απλός αόριστος
outstripped
παθητική μετοχή
outstripped
Παραδείγματα
His talent for music quickly outstripped that of his peers, earning him recognition as a prodigy.
Το ταλέντο του για τη μουσική γρήγορα ξεπέρασε αυτό των συνομηλίκων του, κερδίζοντας του αναγνώριση ως παιδί θαύμα.
02
ξεπεράσει, υπερβαίνω
to move faster in comparison to other things or people
Παραδείγματα
The athlete outstripped all his competitors in the final race.
Ο αθλητής προσπέρασε όλους τους αντιπάλους του στον τελικό αγώνα.
Λεξικό Δέντρο
outstrip
out
strip



























