Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outstanding
01
εξαιρετικός, εξέχων
superior to others in terms of excellence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outstanding
συγκριτικός βαθμός
more outstanding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company's outstanding customer service sets it apart from competitors.
Η εξαιρετική εξυπηρέτηση πελατών της εταιρείας την ξεχωρίζει από τους ανταγωνιστές.
02
εξαιρετικός, αξιοσημείωτος
having a quality that thrusts itself into attention
03
εξαιρετικός, εξέχων
worthy of attention or recognition because of exceptional quality or distinct characteristics
Παραδείγματα
Her performance in the play was outstanding, earning her rave reviews from critics.
Η απόδοσή της στο έργο ήταν εξαιρετική, κερδίζοντας της ενθουσιώδεις κριτικές.
04
εκκρεμής, χρεωστικός
owed as a debt
Λεξικό Δέντρο
outstandingly
outstanding
out
standing



























