Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
automatically
01
αυτόματα, με αυτόματο τρόπο
without direct human intervention or manual control, often performed by a machine, system, or process
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
The system updates automatically to install the latest software patches.
Το σύστημα ενημερώνεται αυτόματα για να εγκαταστήσει τις τελευταίες ενημερώσεις λογισμικού.
02
αυτόματα, ασυνείδητα
without deliberate thought or attention
Παραδείγματα
His hand automatically went to his pocket to check for his keys.
Το χέρι του πήγε αυτόματα στην τσέπη του για να ελέγξει τα κλειδιά του.



























