Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outsmart
01
ξεπερνώ με ευφυΐα, νικώ με πονηριά
to use skill and cunning to gain an advantage over someone, defeating or surpassing them through intelligence
Transitive: to outsmart sb/sth
επιδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outsmart
γ΄ ενικό πρόσωπο
outsmarts
ενεστώτα μετοχή
outsmarting
απλός αόριστος
outsmarted
παθητική μετοχή
outsmarted
Παραδείγματα
In the chess match, the young prodigy managed to outsmart his experienced opponent, employing a brilliant strategy to secure victory.
Στο παιχνίδι σκακιού, το νεαρό θαύμα κατάφερε να ξεγελάσει τον έμπειρο αντίπαλό του, χρησιμοποιώντας μια λαμπρή στρατηγική για να εξασφαλίσει τη νίκη.
Λεξικό Δέντρο
outsmart
out
smart



























