Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outshine
01
επισκιάζω, υπερβαίνω
to surpass others in a particular quality or achievement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outshine
γ΄ ενικό πρόσωπο
outshines
ενεστώτα μετοχή
outshining
απλός αόριστος
outshone
παθητική μετοχή
outshone
Παραδείγματα
Her charisma and stage presence allowed her to outshine other performers, captivating the audience with her captivating performance.
Η χάρισμα και η σκηνική της παρουσία της επέτρεψαν να επισκιάσει άλλους ερμηνευτές, μαγεύοντας το κοινό με την συναρπαστική της παράσταση.
02
επισκιάζω, ακτινοβολώ περισσότερο από
to emit more light or brightness than something else
Παραδείγματα
The full moon outshone the stars in the night sky.
Η πανσέληνος επισκίαζε τα αστέρια στον νυχτερινό ουρανό.



























