Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outshine
01
επισκιάζω, υπερβαίνω
to surpass others in a particular quality or achievement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outshine
γ΄ ενικό πρόσωπο
outshines
ενεστώτα μετοχή
outshining
απλός αόριστος
outshone
παθητική μετοχή
outshone
Παραδείγματα
The scientist's groundbreaking research outshone previous studies, contributing to a deeper understanding of the subject.
Η πρωτοποριακή έρευνα του επιστήμονα επισκίασε προηγούμενες μελέτες, συμβάλλοντας σε μια βαθύτερη κατανόηση του θέματος.
02
επισκιάζω, ακτινοβολώ περισσότερο από
to emit more light or brightness than something else
Παραδείγματα
The polished silverware outshines everything else on the table.
Το γυαλισμένο ασημικά επισκιάζει όλα τα άλλα στο τραπέζι.



























