Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outrageous
01
σκανδαλώδης, ασυνήθιστος
extremely unusual or unconventional in a way that is shocking
Παραδείγματα
The outrageous claim made by the politician was met with skepticism.
Ο σκανδαλώδης ισχυρισμός του πολιτικού συναντήθηκε με σκεπτικισμό.
02
σκανδαλώδης, υπερβολικός
extremely unreasonable or excessive
Παραδείγματα
The outrageous amount of food wasted at the event angered the community.
Η απαράδεκτη ποσότητα φαγητού που σπαταλήθηκε στην εκδήλωση εξόργισε την κοινότητα.
Λεξικό Δέντρο
outrageously
outrageousness
outrageous
outrage
out
rage



























