outrageous
out
aʊt
αουτ
ra
ˈreɪ
ρει
geous
ʤəs
τζασ
courageouscontagiousumbrageousrampageous

Ορισμός και σημασία του "outrageous"στα αγγλικά

outrageous
01

σκανδαλώδης, ασυνήθιστος

extremely unusual or unconventional in a way that is shocking 
outrageous definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outrageous
συγκριτικός βαθμός
more outrageous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, morality, society
Παραδείγματα
The outrageous behavior of the celebrity sparked controversy among the public. 

Η σκανδαλώδης συμπεριφορά του διασήμου πυροδότησε διαμάχη στο κοινό.

02

σκανδαλώδης, υπερβολικός

extremely unreasonable or excessive 
Παραδείγματα
The outrageous price of the concert tickets left many fans unable to attend. 

Η υπερβολική τιμή των εισιτηρίων του συναυλίας άφησε πολλούς θαυμαστές αδύνατο να παρευρεθούν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

outrageously
outrageousness
outrageous
outrage

out

+

rage

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store