Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outnumber
01
υπερτερώ αριθμητικά, είμαι περισσότερος σε αριθμό από
to be greater in number than someone or something else
Transitive: to outnumber a group
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
outnumber
γ΄ ενικό πρόσωπο
outnumbers
ενεστώτα μετοχή
outnumbering
απλός αόριστος
outnumbered
παθητική μετοχή
outnumbered
Παραδείγματα
The students outnumbered the teachers in the classroom.
Οι μαθητές ξεπεράσαν αριθμητικά τους δασκάλους στην τάξη.



























