Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outnumber
01
υπερτερώ αριθμητικά, είμαι περισσότερος σε αριθμό από
to be greater in number than someone or something else
Transitive: to outnumber a group
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
outnumber
γ΄ ενικό πρόσωπο
outnumbers
ενεστώτα μετοχή
outnumbering
απλός αόριστος
outnumbered
παθητική μετοχή
outnumbered
Παραδείγματα
The votes in favor of the proposal outnumbered those against it.
Οι ψήφοι υπέρ της πρότασης ξεπέρασαν σε αριθμό αυτές κατά.



























