Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Outlaw
01
έκνομος, ληστής
a person who operates outside the boundaries of established rules and may engage in illegal activities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outlaws
Παραδείγματα
During the Wild West era, many outlaws sought refuge in remote hideouts to evade law enforcement.
Κατά την εποχή του Άγριου Δυτική, πολλοί παράνομοι αναζητούσαν καταφύγιο σε απομακρυσμένα κρησφύγετα για να αποφύγουν την επιβολή του νόμου.
02
έκνομος, ληστής
a person who has broken the law and is fleeing from legal authorities
Παραδείγματα
The infamous outlaw was wanted in several states for robbery and murder.
Ο περιβόητος παράνομος ήταν καταζητούμενος σε πολλές πολιτείες για ληστεία και φόνο.
to outlaw
01
απαγορεύω, κηρύσσω παράνομο
to officially state that something is illegal
Transitive: to outlaw an action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outlaw
γ΄ ενικό πρόσωπο
outlaws
ενεστώτα μετοχή
outlawing
απλός αόριστος
outlawed
παθητική μετοχή
outlawed
Παραδείγματα
The government decided to outlaw the sale of counterfeit goods to protect consumers.
Η κυβέρνηση αποφάσισε να απαγορεύσει την πώληση πλαστών εμπορευμάτων για να προστατεύσει τους καταναλωτές.
outlaw
01
παράνομος, αντινομικός
contrary to established law
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outlaw
συγκριτικός βαθμός
more outlaw
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sale of such weapons is outlaw activity.
Η πώληση τέτοιων όπλων είναι παράνομη δραστηριότητα.
02
εκτός νόμου, ανταρτικός
showing defiance or disregard for legal authority
Παραδείγματα
The region was once home to outlaw leaders.
Η περιοχή ήταν κάποτε το σπίτι των ηγετών εκτός νόμου.
Λεξικό Δέντρο
outlawry
outlaw
out
law



























