outlander
Pronunciation
/aʊtlˈændɚ/

Ορισμός και σημασία του "outlander"στα αγγλικά

01

ξένος, άτομο από διαφορετική κουλτούρα

a person from a foreign land or different culture
outlander definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outlanders
Παραδείγματα
The festival celebrated outlanders with music and traditions.
Το φεστιβάλ γιόρτασε τους ξένους με μουσική και παραδόσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store