outflow
out
ˈaʊt
awt
flow
fləʊ
flew

Ορισμός και σημασία του "outflow"στα αγγλικά

01

εκροή, παροχή

the discharge of a fluid from some container 
outflow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
outflows
02

εκροή, ροή

a natural flow of ground water 
03

εκροή, ροή εξόδου

the process of flowing out 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

outflow

out

+

flow

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store