Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Outflow
01
εκροή, παροχή
the discharge of a fluid from some container
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outflows
02
εκροή, ροή
a natural flow of ground water
03
εκροή, ροή εξόδου
the process of flowing out



























