outflow
Pronunciation
/ˈaʊtˌfɫoʊ/

Ορισμός και σημασία του "outflow"στα αγγλικά

01

εκροή, παροχή

the discharge of a fluid from some container
outflow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outflows
02

εκροή, ροή

a natural flow of ground water
03

εκροή, ροή εξόδου

the process of flowing out

Λεξικό Δέντρο

outflow

out

+

flow

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store