outdoorsy
out
aʊt
αουτ
door
ˈdo:r
ντωρ
sy
si
σι
British pronunciation
/a‍ʊtdˈɔːsi/

Ορισμός και σημασία του "outdoorsy"στα αγγλικά

01

φιλόφυτος, λατρέας της υπαίθρου

(of a person) having a fondness for outdoor activities and spending time in nature
Dialectamerican flagAmerican
InformalInformal
example
Παραδείγματα
They ’re an outdoorsy couple, always planning their next adventure in the wilderness.
Είναι ένα ζευγάρι λατρευτών της φύσης, που σχεδιάζει πάντα την επόμενη περιπέτειά του στην άγρια φύση.
02

σχεδιασμένο ειδικά για χρήση σε δραστηριότητες ή περιβάλλοντα εξωτερικού χώρου, κατάλληλο για δραστηριότητες εξωτερικού χώρου

specifically designed for use in outdoor activities or environments
example
Παραδείγματα
The brand specializes in outdoorsy equipment, perfect for activities in rugged terrains.
Η μάρκα ειδικεύεται σε εξοπλισμό για ελεύθερο χρόνο, ιδανικό για δραστηριότητες σε ανώμαλο έδαφος.
03

εξωτερικός, ανοικτός

(of activities, hobbies, etc.) done in nature or outside
example
Παραδείγματα
They bonded over their shared love for outdoorsy adventures like backpacking and fishing.
Δέθηκαν λόγω της κοινής αγάπης τους για εξωτερικές περιπέτειες όπως το βακπέικινγκ και το ψάρεμα.

Λεξικό Δέντρο

outdoorsy
outdoors
outdoor

out

+

door

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store