Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Autoinjector
01
αυτόματη σύριγγα, αυτόματο έγχυμα
a hypodermic syringe to use in injecting yourself with a liquid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
autoinjectors
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
autoinjector
injector
inject



























