automaker
au
ˈɔ:
aw
to
təʊ
tew
ma
ˌmeɪ
mei
ker

Ορισμός και σημασία του "automaker"στα αγγλικά

01

κατασκευαστής αυτοκινήτων, αυτοκινητοβιομηχανία

a company that manufactures automobiles 
automaker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
automakers
Παραδείγματα
The automaker announced a recall for several models. 

Ο κατασκευαστής αυτοκινήτων ανακοίνωσε ανάκληση για πολλά μοντέλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store