Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
automated
01
αυτοματοποιημένος, αυτοματοποιημένη
operated by automation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most automated
συγκριτικός βαθμός
more automated
διαβαθμίσιμο



























